Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζωογεωγραφία οι ζωογεωγραφίες
      γενική της ζωογεωγραφίας των ζωογεωγραφιών
    αιτιατική τη ζωογεωγραφία τις ζωογεωγραφίες
     κλητική ζωογεωγραφία ζωογεωγραφίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωογεωγραφία < ζώο + γεωγραφία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζωογεωγραφία θηλυκό

  1. κλάδος της επιστήμης της Βιογεωγραφίας που αφορά τη γεωγραφική κατανομή (παρελθόν και παρόν) των ζωϊκών ειδών

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία