Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζέρμπερα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζέρμπερα θηλυκό

  1. καλλωπιστικό φυτό του γένους Gerbera της οικογένειας Asteraceae

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία