Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
εὐχροο-
ονομαστική / εὔχροος   > εὔχρους τὸ εὔχροον   > εὔχρουν
      γενική τοῦ/τῆς εὐχρόου   > εὔχρου τοῦ εὐχρόου   > εὔχρου
      δοτική τῷ/τῇ εὐχρό    > εὔχρ τῷ εὐχρό    > εὔχρ
    αιτιατική τὸν/τὴν εὔχροον   > εὔχρουν τὸ εὔχροον   > εὔχρουν
     κλητική ! εὔχροε     > εὔχρους εὔχροον   > εὔχρουν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὔχροοι   > εὖχροι τὰ εὔχρο   > εὔχρο
      γενική τῶν εὐχρόων > εὔχρων τῶν εὐχρόων > εὔχρων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὐχρόοις > εὔχροις τοῖς εὐχρόοις > εὔχροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐχρόους > εὔχρους τὰ εὔχρο   > εὔχρο
     κλητική ! εὔχροοι   > εὔχροι εὔχρο   > εὔχρο
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐχρόω   > εὔχρω τὼ εὐχρόω   > εὔχρω
      γεν-δοτ τοῖν εὐχρόοιν > εὔχροιν τοῖν εὐχρόοιν > εὔχροιν
Οι κλητικές πτώσεις, σπάνιες. Οι συνηρημένες κλητικές, ίδιες με τις ονομαστικές.
2η κλίση, ομάδα 'εὔνοος εὔνους', Κατηγορία 'εὔνοος' όπως «εὔνοος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εὔχροος < εὔ- + -χροος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εὔχροος, -ος, -ον, συγκριτικός: εὐχροώτερος/εὐχρούστερος, υπερθετικός:  εὐχρούστατος

  1. που έχει ωραίο χρώμα
  2. που έχει ζωηρότητα στην εμφάνιση
  3. (ελληνιστική σημασία, μουσική) με καλό μουσικό χρωματισμό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία