Δείτε επίσης: ευνή

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική εὐνή εὐνά εὐναί
Γενική εὐνῆς εὐναῖν εὐνῶν
Δοτική εὐν εὐναῖν εὐναῖς
Αιτιατική εὐνήν εὐνά εὐνάς
Κλητική εὐνή εὐνά εὐναί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εὐνή θηλυκό

  1. η κλίνη, το κρεβάτι
  2. τα στρωσίδια του κρεβατιού
  3. το συζυγικό κρεβάτι
  4. ο τάφος (ως η τελευταία κλίνη)
  5. (ναυτικός όρος) πέτρα που χρησιμοποιείται ως άγκυρα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 607