Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευνομία ευνομίες
γενική ευνομίας ευνομιών
αιτιατική ευνομία ευνομίες
κλητική ευνομία ευνομίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευνομία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ευνομία θηλυκό

  1. ο υπάκουος στην νομοθεσία, ο ηθικός, για το κράτος, πολίτης.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία