Δείτε επίσης: ἑτοιμολόγος, ετυμολόγος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ετοιμόλογος η ετοιμόλογη το ετοιμόλογο
      γενική του ετοιμόλογου της ετοιμόλογης του ετοιμόλογου
    αιτιατική τον ετοιμόλογο την ετοιμόλογη το ετοιμόλογο
     κλητική ετοιμόλογε ετοιμόλογη ετοιμόλογο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ετοιμόλογοι οι ετοιμόλογες τα ετοιμόλογα
      γενική των ετοιμόλογων των ετοιμόλογων των ετοιμόλογων
    αιτιατική τους ετοιμόλογους τις ετοιμόλογες τα ετοιμόλογα
     κλητική ετοιμόλογοι ετοιμόλογες ετοιμόλογα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ετοιμόλογος < (έτοιμος) ετοιμό- + -λογος. Δείτε και το μεσαιωνικό ἑτοιμολόγος (ομιλητικός).[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.tiˈmo.lo.ɣos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐τοι‐μό‐λο‐γος
τονικό παρώνυμο: ετυμολόγος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ετοιμόλογος, -η, -ο

  • ικανός να δίνει άμεσες και έξυπνες απαντήσεις
    ήταν κοσμοπολίτης, ανεκδοτολόγος και πάντα ετοιμόλογος με τις εύστοχες παρατηρήσεις του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία