Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εσθίω < αρχαία ελληνική ἐσθίω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εσθίω

  1. (αρχαιοπρεπές) τρώω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία