Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εργόχειρο τα εργόχειρα
      γενική του εργόχειρου των εργόχειρων
    αιτιατική το εργόχειρο τα εργόχειρα
     κλητική εργόχειρο εργόχειρα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εργόχειρο < μεσαιωνική ελληνική εργόχειρο < ελληνιστική κοινή ἐργόχειρον < αρχαία ελληνική ἔργον + χείρ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /εɾ.ˈɣɔ.xi.ɾɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εργόχειρο ουδέτερο

  1. δημιούργημα (κέντημα, πλεχτό κ.ά.) που φτιάχνεται με το χέρι
     συνώνυμα: χειροτέχνημα, χειροτεχνία
  2. (θρησκεία) χειρωνακτική εργασία ενός μοναχού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία