Δείτε επίσης: επαλήθευση

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιλάθευση < επι- + λαθεύω + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική falsification)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιλάθευση θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία