Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επιδιαιτησία οι επιδιαιτησίες
      γενική της επιδιαιτησίας των επιδιαιτησιών
    αιτιατική την επιδιαιτησία τις επιδιαιτησίες
     κλητική επιδιαιτησία επιδιαιτησίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιδιαιτησία < επι- + διαιτησία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιδιαιτησία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία