Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επαναλήπτης < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επαναλήπτης αρσενικό

  1. (πληροφορική) η πλήμνη
  2. (πληροφορική) ο WiFi repeater

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία