Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξηλεκτρίζω < εξ- + ηλεκτρίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εξηλεκτρίζω (παθητική φωνή: εξηλεκτρίζομαι)

  1. παρέχω τη δυνατότητα χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργώντας τις σχετικές υποδομές
  2. χρησιμοποιώ την ηλεκτρική ενέργεια αντί κάποια άλλης πηγής ενέργειας
    ※  Το γεγονός ότι συμπεριλήφθηκαν οι σιδηρόδρομοι στους στόχους για την ανανεώσιμη ενέργεια πάντως επικρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αφού μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου έχει ήδη εξηλεκτριστεί. (avgi.gr, 19/12/2017)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία