Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν τούτω < (καθαρεύουσα) < ἐν τούτῳ (δοτική ενικού του ουδέτερου τοῦτο) → δείτε τις λέξεις εν και τούτο • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν τούτω

  • (λόγιο, όπως σε ιστορικές φράσεις) με αυτό το μέσον, μέσω αυτού
    εν τούτω νίκα (με αυτό να νικήσεις)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία