Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ενδογλωσσικός η ενδογλωσσική το ενδογλωσσικό
      γενική του ενδογλωσσικού της ενδογλωσσικής του ενδογλωσσικού
    αιτιατική τον ενδογλωσσικό την ενδογλωσσική το ενδογλωσσικό
     κλητική ενδογλωσσικέ ενδογλωσσική ενδογλωσσικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ενδογλωσσικοί οι ενδογλωσσικές τα ενδογλωσσικά
      γενική των ενδογλωσσικών των ενδογλωσσικών των ενδογλωσσικών
    αιτιατική τους ενδογλωσσικούς τις ενδογλωσσικές τα ενδογλωσσικά
     κλητική ενδογλωσσικοί ενδογλωσσικές ενδογλωσσικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενδογλωσσικός < ενδο- + γλωσσικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενδογλωσσικός -ή -ό

  • που γίνεται στο εσωτερικό μιας γλώσσας ή που αναφέρεται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους μιας γλώσσας
ενδογλωσσική μετάφραση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία