Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενέργεια ενεργοποίησης < → δείτε τη λέξη  ενέργεια και ενεργοποίηση

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

ενέργεια ενεργοποίησης θηλυκό

  1. (χημεία), (βιολογία): η ενέργεια που απαιτείται για να ξεκινήσει μια χημική αντίδραση
  2. (φυσική), (μετεωρολογία): η ενέργεια που απαιτείται για να ξεκινήσει ένα φυσικό φαινόμενο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία