Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ελικοδρόμιο τα ελικοδρόμια
      γενική του ελικοδρομίου
ελικοδρόμιου
των ελικοδρομίων
    αιτιατική το ελικοδρόμιο τα ελικοδρόμια
     κλητική ελικοδρόμιο ελικοδρόμια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελικοδρόμιο < ελικό(πτερο) + δρόμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ελικοδρόμιο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία