Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελεήτρα < ελεητής + κατάληξη θηλυκού -τρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ελεήτρα θηλυκό

δείτε τη λέξη ελεητής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία