Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εικοσιπεντάευρο εικοσιπεντάευρα
γενική εικοσιπεντάευρου εικοσιπεντάευρων
αιτιατική εικοσιπεντάευρο εικοσιπεντάευρα
κλητική εικοσιπεντάευρο εικοσιπεντάευρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εικοσιπεντάευρο < είκοσι + πέντε + ευρώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εικοσιπεντάευρο ουδέτερο

  • (νεολογισμός) είκοσι πέντε ευρώ
    Μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες παραμένουν σε στάση αναμονής, ως προς την εξέλιξη κρίσιμων θεμάτων, όπως η φορολόγηση των αγροτών, το ξήλωμα του συνταξιοδοτικού, η συρρίκνωση υπηρεσιών Υγείας και το περιβόητο εικοσιπεντάευρο στα νοσοκομεία. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία