Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /εŋ.ɟi.iˈmε.nɔn/

  Κλιτικός τύπος μετοχήςΕπεξεργασία

εγγυημένων

  1. εγγυημένος, στη γενική του πληθυντικού
  2. εγγυημένη, στη γενική του πληθυντικού
  3. εγγυημένο, στη γενική του πληθυντικού