Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /εŋ.ɟi.iˈmε.nɔ/

  Κλιτικός τύπος μετοχήςΕπεξεργασία

εγγυημένο

  1. εγγυημένος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του εγγυημένος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού