Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

είσπλους < εισπλέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

είσπλους αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος): εισερχόμενος πλους σε κάποια προασπισμένη περιοχή, π.χ. όρμο, λιμάνι, δίαυλο, κ.λπ.

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

είσπλους