Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δρόμο < πάρε δρόμο

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

δρόμο

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

δρόμο αρσενικό

  1. δρόμος, στην αιτιατική του ενικού