Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δουλκή < από το λατινικό επίθετο dulcis (γλυκός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δουλκή θηλυκό