Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διπλωματούχος < δίπλωμα (γενική: διπλώματ(ος)) + -ούχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διπλωματούχος, -ος/α, -ο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία