Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δικαιολογώ < ελληνιστική κοινή δικαιλογῶ < αρχαία ελληνική δικαιολογοῦμαι < δίκαιος + λόγος

  ΡήμαΕπεξεργασία

δικαιολογώ , πρτ.: δικαιολογούσα, στ.μέλλ.: θα δικαιολογήσω, αόρ.: δικαιολόγησα, παθ.φωνή: δικαιολογούμαι, μτχ.π.π.: δικαιολογημένος

  1. προσφέρω μια δικαιολογία· αιτιολογώ μια ενέργεια ή παράλειψη ή κατάσταση ώστε αυτή να γίνει κατανοητή ή να συγχωρεθεί
    μην προσπαθείς να δικαιολογήσεις τον τρόπο που φέρεται, είναι ασυγχώρητος
    • συντάσσεται και με αντικείμενο το πρόσωπο, τις ενέργειες του οποίου αιτιολογώ ώστε να συγχωρεθεί
      μην προσπαθείς να τον δικαιολογήσεις, είναι ασυγχώρητος
  2. υποβάλλω έγγραφα δικαιολογητικά μαζί με μια αίτηση μη καταλογισμού
    πήγε στο σχολείο για να δικαιολογήσει τις απουσίες του παιδιού της

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία