Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διαβρέκτης οι διαβρέκτες
      γενική του διαβρέκτη των διαβρεκτών
    αιτιατική τον διαβρέκτη τους διαβρέκτες
     κλητική διαβρέκτη διαβρέκτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαβρέκτης < διαβρέχω + -της

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαβρέκτης αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία