Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάκριτο εξάρτημαδείτε τις λέξεις διάκριτος και εξάρτημα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική discrete component

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

διάκριτο εξάρτημα

  • (ηλεκτρονική) ένα μόνο ηλεκτρονικό στοιχείο, είτε παθητικό (αντίσταση, πυκνωτής, επαγωγέας) ή ενεργό (τρανζίστορ ή ηλεκτρονική λυχνία).

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία