Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

δακτυλογράφων αρσενικό ή θηλυκό

  1. δακτυλογράφος, στη γενική του πληθυντικού