Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυναικοθήρας < γυναίκα + -θήρας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γυναικοθήρας αρσενικό

  1. ο γυναικάς


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία