Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραφολογία γραφολογίες
γενική γραφολογίας γραφολογιών
αιτιατική γραφολογία γραφολογίες
κλητική γραφολογία γραφολογίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γραφολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική graphologie < γραφή + -λoγία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γραφολογία θηλυκό

  • η εξέταση των γραφικών χαρακτήρων, ώστε να αναγνωριστεί το πρόσωπο που έγραψε ένα κείμενο από το γραφικό του χαρακτήρα ή να εξαχθούν συμπεράσματα για τα ψυχικά γνωρίσματα και τις ιδιαιτερότητές του

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία