Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γραφιστής οι γραφιστές
      γενική του γραφιστή των γραφιστών
    αιτιατική τον γραφιστή τους γραφιστές
     κλητική γραφιστή γραφιστές
όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

γράφω + -ιστής < μεταφραστικό δάνειο απ' τ' αγγλικά graphism[1][2], graphist

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρσενικό (θηλυκό γραφίστρια)

  • κάθε πλάσμα ικανό να επικοινωνήσει ή να απεικονίσει πληροφορία μέσω της τέχνης ή του γραφισμού[3]