Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλώσσα χαμηλού επιπέδου < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική low-level language. → δείτε τις λέξεις γλώσσα, χαμηλός και επίπεδο

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

γλώσσα χαμηλού επιπέδου

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΥπερώνυμαΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία