Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γκουρού < γαλλική gourou < ή από την Ινδική गुरू (guru) ή από την Ουρντού گرو (guru) ή από την Σανσκριτική गुरु (gurú) : σεβάσμιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γκουρού αρσενικό άκλιτο

  1. ο πνευματικός καθοδηγητής στις ινδικές θρησκείες
  2. ο ειδήμων σε κάτι, ο ικανός να καθοδηγήσει επειδή ξέρει πολλά σε έναν τομέα ή που θεωρεί αυτός και το περιβάλλον του ότι γνωρίζει πολλά
    Καμαρώστε τον γκουρού της οικονομίας
  3. ειρωνικά για άτομα που επηρεάζουν άλλους χωρίς να διαθέτουν κανένα εφόδιο παραπάνω από το μέσο άνθρωπο -επισης ειρωνικό και για εκείνον που δέχεται την καθοδήγηση του φερομένου ως "γκουρού"

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία