Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γκαζόμετρο τα γκαζόμετρα
      γενική του γκαζόμετρου των γκαζόμετρων
    αιτιατική το γκαζόμετρο τα γκαζόμετρα
     κλητική γκαζόμετρο γκαζόμετρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γκαζόμετρο < γκάζι + -ο- + μέτρο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική gasometer)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γκαζόμετρο ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία