Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γκέιλικ, (τα) ουδέτερο, άκλιτο [μόνο στον πληθυντικό]
αναγνωρισμένες γλώσσες των βρετανικών νήσων, η γαελική γλωσσική οικογένεια

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία