Δείτε επίσης: Γεροπαπάς

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γεροπαπάς οι γεροπαπάδες
      γενική του γεροπαπά των γεροπαπάδων
    αιτιατική τον γεροπαπά τους γεροπαπάδες
     κλητική γεροπαπά γεροπαπάδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεροπαπάς< γέρος + παπάς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γεροπαπάς αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία