Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γελοιοποίηση οι γελοιοποιήσεις
      γενική της γελοιοποίησης
& γελοιοποιήσεως
των γελοιοποιήσεων
    αιτιατική τη γελοιοποίηση τις γελοιοποιήσεις
     κλητική γελοιοποίηση γελοιοποιήσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γελοιοποίηση < (καθαρεύουσα) γελοιοποίησις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γελοιοποίηση θηλυκό

  1. ο εξευτελισμός ανθρώπου ή κατάστασης, η μείωσή του σε κάτι γελοίο
  2. η προσπάθεια ελάφρυνσης μιας βαριάς ατμόσφαιρας με λόγια ή ενέργειες που καθιστούν το ζήτημα γελοίο, η με καλή πρόθεση υποβάθμιση σοβαρού γεγονότος σε επίπεδο αστείου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία