γέλιο

(Ανακατεύθυνση από γέλια)

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γέλιο τα γέλια
      γενική του γέλιου των γέλιων
    αιτιατική το γέλιο τα γέλια
     κλητική γέλιο γέλια
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γέλιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γέλιον < γελῶ < αρχαία ελληνική γελάω / γελῶ < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵélh₂-, *ǵlh₂-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈʝe.ʎo/ (δισύλλαβο, με συνίζηση)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γέλιο ουδέτερο

  • αυθόρμητη ηχηρή έκφραση χαράς ή ευχαρίστησης, αντίδραση σε κάτι αστείο, η οποία παράγεται από γρήγορες κινήσεις του διαφράγματος και των κοιλιακών μυών
    όταν διάβασε την τελευταία παράγραφο του κειμένου, της φαινόταν τόσο παράλογη που ξέσπασε σε γέλια

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βγήκαν ξινά τα γέλια : για κάτι δυσάρεστο που διαδέχεται μια εύθυμη κατάσταση
  • για γέλια και για κλάματα : για κατάσταση γελοία και τραγική ταυτόχρονα
  • κάνω πολλά γέλια : γελάω πολύ
  • σκάω στα γέλια : γελάω ασυγκράτητα
  • το γέλιο της αρκούδας : πάρα πολύ γέλιο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ηχομιμητικά:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία