Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάρμπος < ιταλική garbo

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γάρμπος και γάρμπο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία