Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γάριασμα τα γαριάσματα
      γενική του γαριάσματος των γαριασμάτων
    αιτιατική το γάριασμα τα γαριάσματα
     κλητική γάριασμα γαριάσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γάριασμα < γαριάζω + -μα

γάριασμα ουδέτερο

  1. το λέρωμα
  2. η χαρακτηριστική μυρωδιά από ρούχα που μένουν πολλή ώρα στο νερό (π.χ. αν ξεχάσει κάποιος να τα πλύνει και τα αφήσει πάνω από μια μέρα σε λεκάνη με απορρυπαντικό)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία