Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική βῶτις βώτιδε βώτιδες
Γενική βώτιδος βωτίδοιν βωτίδων
Δοτική βώτιδι βωτίδοιν βώτισι
Αιτιατική βῶτιν βώτιδε βώτιδας
Κλητική βῶτι βώτιδε βώτιδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βῶτις < βῶς + -τις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βῶτις θηλυκό (δωρικός τύπος· αρσενικό: βώτας & βούτας)

  1. γελαδάρισσα
  2. βοσκοπούλα