Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βόμβα οι βόμβες
      γενική της βόμβας των βομβών
    αιτιατική τη βόμβα τις βόμβες
     κλητική βόμβα βόμβες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βόμβα < μπόμπα με λόγια υπερδιόρθωση < ιταλική bomba και δείτε μπόμπα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βόμβα θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος) συσκευή γεμάτη εκρηκτικά, χρησιμοποιούμενη για την καταστροφή πραγμάτων
  2. (μεταφορικά) καταστροφή, ξαφνική αποκάλυψη σκανδάλου με μεγάλες επιπτώσεις

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία