Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βόμβα οι βόμβες
      γενική της βόμβας των βομβών
    αιτιατική τη βόμβα τις βόμβες
     κλητική βόμβα βόμβες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βόμβα < μπόμπα < ιταλική bomba < λατινική bombus < αρχαία ελληνική βόμβος (αντιδάνειο) < ηχομιμητική λέξη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βόμβα θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία