Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρόμα βρόμες
γενική βρόμας
αιτιατική βρόμα βρόμες
κλητική βρόμα βρόμες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βρόμα < μεσαιωνική ελληνική βρόμα < αρχαία ελληνική βρομέω / βρομῶ < βρέμω. Η γραφή με ω προέρχεται από σύγχυση με το αρχαίο ουδέτερο ουσιαστικό βρῶμα, από τη φράση σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈvɾɔ.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βρόμα θηλυκό

  1. η έλλειψη καθαριότητας
    το σπίτι είναι μες στη βρόμα, έχουμε να καθαρίσουμε δυο βδομάδες
  2. (μεταφορικά) ανήθικη γυναίκα

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία