Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βούλομαι < ρίζα βολ-, όπως και βουλή, ομηρ. βόλομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

βούλομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία