Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βολφραμιούχος η βολφραμιούχα το βολφραμιούχο
      γενική του βολφραμιούχου της βολφραμιούχας του βολφραμιούχου
    αιτιατική τον βολφραμιούχο τη βολφραμιούχα το βολφραμιούχο
     κλητική βολφραμιούχε βολφραμιούχα βολφραμιούχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βολφραμιούχοι οι βολφραμιούχες τα βολφραμιούχα
      γενική των βολφραμιούχων των βολφραμιούχων των βολφραμιούχων
    αιτιατική τους βολφραμιούχους τις βολφραμιούχες τα βολφραμιούχα
     κλητική βολφραμιούχοι βολφραμιούχες βολφραμιούχα
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βολφραμιούχος < βολφράμιο + -ούχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βολφραμιούχος, -α, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία