Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βολετός η βολετή το βολετό
      γενική του βολετού της βολετής του βολετού
    αιτιατική τον βολετό τη βολετή το βολετό
     κλητική βολετέ βολετή βολετό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βολετοί οι βολετές τα βολετά
      γενική των βολετών των βολετών των βολετών
    αιτιατική τους βολετούς τις βολετές τα βολετά
     κλητική βολετοί βολετές βολετά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βολετός < μεσαιωνική ελληνική βολετός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βολετός, -ή, -ό

  1. που βολεύει
     συνώνυμα: βολικός
     αντώνυμα: άβολος
  2. που είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί
     συνώνυμα: μπορετός, εφικτός, κατορθωτός
     αντώνυμα: ανέφικτος, ακατόρθωτος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βολετός βολετή βολετόν βολετοί βολεταί βολετά
Γενική βολετοῦ βολετῆς βολετοῦ βολετῶν βολετῶν βολετῶν
Δοτική βολετῷ βολετῇ βολετῷ βολετοῖς βολεταῖς βολετοῖς
Αιτιατική βολετόν βολετήν βολετόν βολετούς βολετάς βολετά
Κλητική βολετέ βολετή βολετόν βολετοί βολεταί βολετά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βολετώ βολετά
Γενική-Δοτική βολετοῖν βολεταῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βολετός < βολεί < ελληνιστική κοινή εὐβολέω < αρχαία ελληνική εὔβολος < εὖ + βολή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βολετός, -ή, -όν