Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βισμουθιούχος η βισμουθιούχα το βισμουθιούχο
      γενική του βισμουθιούχου της βισμουθιούχας του βισμουθιούχου
    αιτιατική τον βισμουθιούχο τη βισμουθιούχα το βισμουθιούχο
     κλητική βισμουθιούχε βισμουθιούχα βισμουθιούχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βισμουθιούχοι οι βισμουθιούχες τα βισμουθιούχα
      γενική των βισμουθιούχων των βισμουθιούχων των βισμουθιούχων
    αιτιατική τους βισμουθιούχους τις βισμουθιούχες τα βισμουθιούχα
     κλητική βισμουθιούχοι βισμουθιούχες βισμουθιούχα
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βισμουθιούχος < βισμούθιο + -ούχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βισμουθιούχος, -α, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία