Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βαρελότο τα βαρελότα
      γενική του βαρελότου των βαρελότων
    αιτιατική το βαρελότο τα βαρελότα
     κλητική βαρελότο βαρελότα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαρελότο < ιταλική barilotto < barile (βαρέλι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαρελότο ουδέτερο

  • εκρηκτική συσκευή μικρής ισχύος που παράγει ισχυρό κρότο και χρησιμοποιείται συνήθως σε εορτασμούς
    Τρεις αμερικανοί τραυματίστηκαν σοβαρά και άλλα τέσσερα άτομα ελαφρότερα, όταν άγνωστος έριξε αυτοσχέδιο βαρελότο σε Ναό στη Οία της Σαντορίνης το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. (*)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία