Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθμός Μπριξ: < Αδόλφος Μπριξ

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

βαθμός Μπριξ αρσενικό

  • (χημεία): μονάδα μέτρησης περιεκτικότητας ζάχαρης σε υδατικά διαλύματα, συνηθέστερα σε κρασί, χυμούς φρούτων κ.ά., με διεθνές σύμβολο °Bx

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία