Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

βίγλισαν

  1. γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιγλίζω